Ανοιχτή Ακρόαση #9 – Η παραβίαση του κόκκινου

[Moby – Like a motherless child – Eastwest session]

Καλώς ορίσατε στην Ανοιχτή Ακρόαση υπ’ αριθμόν εννέα, με σύνθημα και παρασύνθημα, “η παραβίαση του κόκκινου”.

Γενικότερα, είμαι άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.
Γράφω τις εκπομπές μου είτε αμέσως, είτε μήνες ολόκληρους μετά από την πρώτη φορά που σκέφτηκα κάτι για αυτές.

Υπάρχουν κείμενα που για μένα είναι ήδη έτοιμα, αλλά δεν έχω κάτσει μέχρι τώρα να τα γράψω,
μιας και περιμένω την πραγματικά τελευταία στιγμή που θα μπορέσω να το κάνω,
κι αυτή η στιγμή δεν έχει έρθει ακόμη.

Όποτε μου έρχεται να φτιάξω κάτι, συνήθως είναι γιατί έχω κολλήσει σε μια πολύ συγκεκριμένη κατάσταση.
Σε αυτή την περίπτωση, αυτό που κάνω είναι να απλώνω και να μαζεύω μόνος μου το μίτο της Αριάδνης,
ένα όπλο, δηλαδή, για να μου κάνει παρέα μέσα στο Λαβύρινθο, και να λειτουργεί ταυτόχρονα για εμένα – και ως παγίδα αλλά και ως διαφυγή.

Μια πρόταση από εμένα και αν θέλετε την κρατάτε.
Αν σας ενδιαφέρουν πιο πολύ τα δεδομένα και τα γεγονότα, καλύτερα να κλείσετε τα ραδιόφωνα και να ασχοληθείτε μόνο με τις κάμερες, αυτές μπορούν να σας πουν με κάθε λεπτομέρεια ακριβώς τί είδαν και τί κατάλαβαν.
Εμείς εδώ εμπιστευόμαστε τη μνήμη. Παρότι είναι εκτεθειμένη στο πέρασμα του χρόνου
αυτή θα μας πει τί συνέβη, κι όποιος θέλει την πιστεύει.

[Temples – (I Want to Be Your) Mirror]

Υπάρχουν ταξίδια που δε θέλω να κάνω.
Υπάρχουν ταξίδια για τα οποία φοβάμαι πολύ περισσότερο την αφετηρία πάρα την ίδια τη διαδρομή ή τον τελικό προορισμό.
Ένα χαρτί που φτάνει στο σπίτι ή ένα τηλεφώνημα, εκεί που σας ρωτάνε αν εσείς είστε όντως εσείς, όποτε σάς διαβάζουν το όνομά σας ολόκληρο, αυτό να ξέρετε δεν είναι για καλό.
Κανένας που σας ξέρει αρκετά καλά δεν θα σας ρωτήσει ποτέ πώς σας λένε.

Στην κουλτούρα μας, αν με ρωτάτε, το ταξίδι είναι κάπως υπερτιμημένο.
Πνίγεσαι και σκοτώνεσαι στις θάλασσες για να φτάσεις μέχρι την Ιθάκη και μετά κάνεις σαν να μην κάηκε ποτέ η Τροία, σαν να μην υπήρξε ποτέ ούτε Έκτορας ούτε Ανδρομάχη.

Αλήθεια, όταν ο Οδυσσέας έφευγε από την Ιθάκη,
είχε στο νου του ακριβώς τί άφηνε πίσω του; Ήξερε ότι δεν θα γυρίσει ο ίδιος άνθρωπος;
Είχε καταλάβει, πιστεύετε, ότι αφήνοντας πίσω του την Τροία, είχε ήδη πεθάνει μερικές χιλιάδες φορές
και πως θα έπρεπε να βρει μόνος του το δρόμο για να γεννήσει ξανά τον εαυτό του;

[Pond – Sweep Me off My Feet]

Εμένα που με βλέπετε, δεν είχα πιάσει ποτέ τιμόνι μέχρι να φτάσω τα τριάντα.
Ένα από τα πολλά ψέματα από τα παιδικά μας χρόνια είναι ότι τα αυτοκίνητα τα πηγαίνεις με το γκάζι.
Λάθος μεγάλο.
Από ό,τι έμαθα πρόσφατα, λοιπόν, όλη η μαγεία είναι στο αγαπημένο μας αμπραγιάζ,
πάνω-κάτω να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ταχύτητες, με ένα καινούργιο μπλέξιμο μες στα γρανάζια κάθε φορά.

Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μας λέει πολλά για το πώς πηγαίνει τελικά ο κόσμος μπροστά – μέσα από μπλεξίματα και φασαρίες, άλλοτε πιο ήρεμα κι αθόρυβα, κι άλλοτε γρήγορα και βιαστικά.

Τα επόμενα δύο τραγούδια σας τα αφήνω σκέτα, για να τα ακούσετε καλά και με την ησυχία σας. Τα λέμε σε λίγο στο φανάρι.

[Milo – Folk-Metaphysics]

[METAMAN – 4 ΧΡΟΝΙΑ ft. VASSIŁINA]

[Mike Oldfield – Nuclear]

Βάζω πρώτη και αμέσως δεύτερη για να βγω κανονικά στο δρόμο.

Κάτω από τη γέφυρα που χωρίζει τους μεγάλους δρόμους, κάποια μυστήρια δύναμη, ή κάποιο ηφαίστειο ίσως, έχει ξεβράσει εδώ και αιώνες μια χερσόνησο, απλωμένη απ’ άκρη σ’ άκρη, στενή, γυμνή κι επικίνδυνη.

Σαν να μας χάριζε την πιο λαμπερή πασαρέλα της ζωής του, ένας παλίκαρος χορεύει πάνω εκεί στη νησίδα.
Είναι μόνος του, δεν υπάρχει κανείς άλλος στο δρόμο, ούτε φανάρια, ούτε αυτοκίνητα, ούτε καν εγώ.

Φοράει ακουστικά και το ζει, μόνος του,
ενώ στο αμάξι μου παίζει ακριβώς αυτό το τραγούδι που σας έχω βάλει κι εδώ.
Και χορεύει, χορεύει, σαν να μην ξέρει τι κάνει,
ή μάλλον, σαν να ξέρει ακριβώς τι κάνει,
σαν να λέει σε ολόκληρο τον κόσμο γύρω του: “εσείς δεν ξέρετε τι κάνετε .”

Για μια στιγμή φαντάστηκα ότι τού κάνω νόημα για να τον φωτογραφίσω ή να του ζητήσω να μπει σε ένα φιλμάκι, σκέτο, αυτό, απλώς να περπατάει και να χορεύει.
Ωστόσο έμεινα κανονικά στη λωρίδα μου και έβγαλα φλας για δεξιά.


[Συγχωρέστε με, αλλά…]
Τι να πήγαινα να ‘κανα κι εγώ; Σταματάει κάνεις τα νερά ενός ποταμού για να τους πει πόσο τα θαυμάζει;

Όταν έφτασα επιτέλους στη στροφή, αυτός είχε ήδη βγει από την πίσω μεριά της γέφυρας
και είχε αρχίσει ήδη να ανατέλλει στον καθρέφτη μου σαν ήλιος.
Το φως του – με τύφλωσε. Έστριψα γρήγορα δεξιά και τον έχασα από τα μάτια μου.
Από τότε δεν τον ξαναείδα ποτέ, αλλά έτσι κι αλλιώς, δε χρειαζότανε πια.

Από τα στούντιο της Οδού 11, καληνύχτα σας και καλή καρδιά.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *